Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Δορυφόροι αποκαλύπτουν χιλιάδες χαμένες πόλεις της Μεσοποταμίας


Φαντάσματα στην άμμο

 

Κάτω από τα χώματα της Εύφορης Κοιλάδας στη Μέση Ανατολή, ίχνη χιλιάδων αρχαίων οικισμών που κρύβονταν εδώ και χιλιετίες αποκαλύπτονται με ανάλυση δορυφορικών δεδομένων -μια νέα προσέγγιση που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο της αρχαιολογίας.

Οι ερευνητές του Χάρβαρντ και του MIT βασίστηκαν στο γεγονός ότι οι μακρόβιοι ανθρώπινοι οικισμοί τείνουν να αλλάζουν την υφή του εδάφους και να δημιουργούν λοφίσκους στο ξηρό τοπίο της Μεσοποταμίας -οι κάτοικοι χτίζουν πάνω σε διαδοχικά στρώματα παλαιότερων κατασκευών, ανυψώνοντας σταδιακά τους δρόμους και ολόκληρη την πόλη.

Χρησιμοποιώντας αυτοματοποιημένες τεχνικές ανάλυσης, βασισμένες στα φασματικά χαρακτηριστικά των περιοχών που έχουν διαμορφωθεί από ανθρώπινη δραστηριότητα, εντόπισαν 9 με 14 χιλιάδες πιθανούς αρχαίους οικισμούς, διάσπαρτους σε μια περιοχή 23.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων στη βόρεια Μεσοποταμία, που βρίσκεται στα βορειοανατολικά της σημερινής Συρίας.

Τα ευρήματα καλύπτουν περίπου 8.000 χρόνια του πολιτισμού της Μεσοποταμίας.

«Από ό,τι γνωρίζουμε, αυτή είναι η μεγαλύτερη συστηματική μελέτη της αρχαιολογίας η οποία βασίστηκε σε δορυφορικές εικόνες» γράφουν οι ερευνητές, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματά τους 
στο Proceedings of the National Academy of Sciences.

Προηγούμενες αρχαιολογικές μελέτες βασίζονταν σε εικόνες του Google Earth και στις περισσότερες περιπτώσεις οι συγγραφείς αναζητούσαν τις ενδείξεις που τους ενδιέφεραν με το μάτι.

Αυτή τη φορά, όμως, ο Μπιόρν Μένζε του ΜΙΤ και ο Τζέισον Ουρ του Χάρβαρντ αξιοποίησαν εικόνες από κατασκοπευτικούς δορυφόρους της δεκαετίας του 1960, φωτογραφίες από σύγχρονους δορυφόρους γεωσκόπησης, καθώς και σε χάρτες του ανάγλυφου της επιφάνειας που προσέφερε η NASA.

Οι δύο ερευνητές εκπαίδευσαν ειδικό λογισμικό ώστε να αναγνωρίζει στις εικόνες τα μήκη κύματος που αντιστοιχούν σε ένα βασικό χαρακτηριστικό: η ανθρώπινη παρουσία τείνει να αλλάζει τη σύσταση και την υφή του εδάφους. Από προηγούμενες μελέτες, ήταν γνωστό ότι το χώμα γύρω από τους οικισμούς περιέχει περισσότερα οργανικά συστατικά, τα οποία προέρχονται από την αποσύνθεση των σκουπιδιών αλλά και από τους πλίνθους από τους οποίους κατασκευάζονταν τα κτίσματα. Επιπλέον, το έδαφος γύρω από τους οικισμούς έχει λεπτότερη υφή και τείνει να είναι πιο ανακλαστικό. Η ανάλυση αποκάλυψε 14.000 πιθανές τοποθεσίες.

Στην επόμενη φάση, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τοπογραφικά δεδομένα της NASA για να εντοπίσουν τις τοποθεσίες που εμφάνισαν ανύψωση, περιλάμβαναν δηλαδή λόφους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι λοφίσκοι αυτοί υποδηλώνουν την παρουσία ερειπίων στο υπέδαφος. Οι γήλοφοι αυτοί ονομάζονται «τελ» στα αραβικά, όρος που χρησιμοποιούν και οι αρχαιολόγοι.

Στην επόμενη φάση της μελέτης, το λογισμικό χρησιμοποίησε τα ίδια δεδομένα για να υπολογίσει τον όγκο των τελ -όσο μεγαλύτερος είναι ένας λοφίσκος, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να ήταν η διάρκεια ζωής αλλά και το μέγεθος ενός οικισμού.

Οι ερευνητές δεν μπόρεσαν βέβαια να επιβεβαιώσουν ότι κάτω από τα 9.000 τελ που εντόπισαν υπάρχουν ερείπια -αυτό μπορεί να γίνει μόνο με ανασκαφές.

Παρόλα αυτά, η μελέτη θα μπορούσε να αποδειχθεί σημαντικός οδηγός για τους αρχαιολόγους που εξερευνούν ακόμα και σήμερα την αρχαία Μεσοποταμία.

Ο επόμενος στόχος των δύο ερευνητών είναι να μελετήσουν πώς η δημιουργία αρχαίων οικισμών σχετίζεται με τα μοτίβα της διαθεσιμότητας του νερού σε αυτή την περιοχή.
tanea.gr, 20/3/2012

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΕΒΡΑΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ένας τόπος μνήμης και περισυλλογής


Χρυσοβαλάντη (Βάλια) Παπαναστασοπούλου
Θεολόγος – Αρχαιολόγος
Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας Α.Π.Θ
   


Τίτλος εργασίας
ΤΟ ΕΒΡΑΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ένας τόπος μνήμης και περισυλλογής


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. Εισαγωγή………………………………………………………………………..2
2. Το εβραϊκό νεκροταφείο των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων………...3
3. Το εβραϊκό νεκροταφείο από τους μεσαιωνικούς χρόνους και ύστερα……..7
4. Ταφικά έθιμα και επιτύμβιες στήλες…………………………………………10
5. Οι επεκτάσεις, οι απαλλοτριώσεις και οι βανδαλισμοί του νεκροταφείου…13
6. Η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου κατά την διάρκεια της
γερμανικής κατοχής………………………………………………………………17
7. Επίλογος………………………………………………………………………..19
Βιβιλιογραφία……………………………………………………………………..21
Πίνακες εικόνων…………………………………………………………………..23












ΤΟ ΕΒΡΑΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ένας τόπος μνήμης και περισυλλογής
Εν τ καιρ κείν, λέγει Κύριος, ξοίσουσι τ στ τν βασιλέων ᾿Ιούδα κα τ στ τν ρχόντων ατο κα τ στ τν ἱερέων κα τ στ προφητν κα τ στ τν κατοικούντων ν Ιερουσαλμ κ τν τάφων ατν 2 κα ψύξουσιν ατ πρς τν λιον κα τν σελήνην κα πρς πάντας τος στέρας κα πρς πσαν τν στρατιν το ορανο, γάπησαν, κα ος δούλευσαν κα ν πορεύθησαν πίσω ατν κα ν ντείχοντο κα ος προσεκύνησαν ατος· ο κοπήσονται κα ο ταφήσονται, κα σονται ες παράδειγμα π προσώπου τς γς, 3 τι ελοντο τν θάνατον τν ζωήν, κα πσι τος καταλοίποις τος καταλειφθεσιν π τς γενες κείνης ν παντ τόπ, ο ἐὰν ξώσω ατος κε.
(Ιερεμίας, 8, 1-3)


1. Εισαγωγή
Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε το 315 π.Χ. από τον Κάσσανδρο, ο οποίος έδωσε στην πόλη το όνομα της γυναίκας του και αδελφής του Μ. Αλεξάνδρου[1]. Στους ελληνιστικούς χρόνους η Θεσσαλονίκη πέτυχε να εδραιωθεί ως το βασικό εμπορικό κέντρο της Μακεδονίας, μολονότι η πρωτεύουσα του βασιλείου της Μακεδονίας ήταν ακόμα η Πέλλα[2]. Το 146 π.Χ. η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας (provincial Macedonia) και μέσα στο πλαίσιο της Pax Romana αναπτύχθηκε ταχύτατα αποτελώντας τον πόλο μετανάστευσης διάφορων εθνοτικών ομάδων. Σε αυτή την εξέλιξη βοήθησε σημαντικά και η κατασκευή της Εγνατίας οδού (via Egnatia) από τον ανθύπατο Γάϊο Εγνάτιο μεταξύ 146-120 π.Χ., η οποία ένωνε την Θράκη με την Αδριατική θάλασσα[3].
Η εγκατάσταση των Εβραίων στην πόλη της Θεσσαλονίκης θα πρέπει να τοποθετηθεί σύμφωνα με μία άποψη το 168 π.Χ. ως αποτέλεσμα της Μακκαβαϊκής επανάστασης στην Παλαιστίνη (168-142 π.Χ.), ενώ μία άλλη θεώρηση τοποθετεί το γεγονός το 140 με 143 π.Χ., όταν μέλη της εβραϊκής κοινότητας της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη λόγω των εκεί διωγμών[4]. Έχει επίσης, διατυπωθεί και η άποψη πως οι πρώτοι Εβραίοι κατέφτασαν λίγο μετά την ίδρυσή της Θεσσαλονίκης. Αυτή η άποψη στηρίζεται στο γεγονός της παρουσίας Εβραίων σε κάθε εμπορική πόλη της Μεσογείου, όπως μας πληροφορεί και ο Στράβων[5] και συνεπώς δεν θα μπορούσε να συμβαίνει το αντίθετο και με την πόλη της Θεσσαλονίκης[6]. Πάντως, γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως στην Θεσσαλονίκη άκμαζε εβραϊκή κοινότητα τον 1ο αι. π.Χ., η οποία κινούνταν γύρω από την συναγωγή της, την οποία επισκέφθηκε και ο απόστολος Παύλος κατά την διάρκεια της εκεί παραμονής του[7].


2. Το εβραϊκό νεκροταφείο των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων
Στο χώρο που βρίσκεται σήμερα το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης υπήρχε κάποτε ένα τμήμα του αρχαίου νεκροταφείου της πόλης, το οποίο εκτεινόταν εκτός των ανατολικών τειχών της. Ο χώρος του νεκροταφείου διαμορφώθηκε από τρεις φυσικούς χειμάρρους, οι οποίοι πήγαζαν από το δάσος του Αγίου Παύλου[8]. Το συγκεκριμένο τμήμα της ανατολικής νεκρόπολης περιελάμβανε ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς τάφους, ενώ στα νοτιοδυτικά της εκτεινόταν το αρχαίο εβραϊκό νεκροταφείο και στα βορειοδυτικά της ένα χριστιανικό νεκροταφείο[9]. Το τελευταίο είχε οργανωθεί γύρω από το μαρτύριο της Αγίας Ανυσίας[10].
Το αρχαίο εβραϊκό νεκροταφείο ιδρύθηκε κατά την πρώϊμη ρωμαϊκή εποχή, όταν οι πρώτοι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Η εβραϊκή νεκρόπολη έχει εντοπιστεί στο τμήμα ανάμεσα στα κτίρια της Νομικής και Θεολογικής Σχολής, καθώς επίσης και στο κτίριο της Διοικήσεως.
Στην παραπάνω περιοχή ανακαλύφθηκαν πλήθος τάφων, οι οποίοι ανήκαν σε διάφορους τύπους: κεραμοσκεπείς, κιβωτιόσχημοι, λακκοειδείς και καμαρωτοί. Παράλληλα, αποκαλύφθηκαν κάποιες μαρμάρινες σαρκοφάγοι και δύο cubicula. Όλοι οι παραπάνω τάφοι ανήκαν σε Εβραίους, οι οποίοι αποτελούσαν μέλη της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης[11].
Στην πραγματικότητα, το εβραϊκό νεκροταφείο εκτεινόταν από τη νότια Λεωφόρο, η οποία αποτελούσε προέκταση της γνωστής σε εμάς σήμερα Εγνατίας οδού μέχρι και βόρεια στην προέκταση της σημερινής οδού Αγίου Δημητρίου. Από τα δυτικά το νεκροταφείο οριζόταν από τον πρώτο ανατολικό χείμαρρο, ενώ ανατολικά από τον χείμαρρο των Χορτατζήδων[12].
Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης φαίνεται πως ακολούθησαν σε γενικές γραμμές τα ταφικά έθιμα των Ελλήνων, ενώ ομοιότητες παρουσιάζουν και τα ταφικά μνημεία τους. Γι’ αυτό το λόγο, η απόδοση των τάφων στους Εβραίους γίνεται επί τη βάση των επιγραφών τους και πιο συγκεκριμένα των εβραϊκών ονομάτων που απαντούν σε αυτές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, συναντούμε ονόματα, όπως Μάρκος, Μαρία, Σαββάτιος ή Βενιαμής, ενώ παράλληλα ενδεικτικό της εβραϊκής ιδιότητας ενός τάφου αποτελεί η απεικόνιση εβραϊκών συμβόλων στις τοιχογραφίες, όπως είναι η Μενορά, δηλαδή η επτάφωτη λυχνία[13].
Επιπλέον, η ανακάλυψη αντικειμένων, τα οποία συναντώνται σε εβραϊκά νεκροταφεία της εποχής αποτελεί μία ακόμη ένδειξη του χαρακτήρα των τάφων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα αγγείο, το οποίο έφερε την επιγραφή “Ευψύχι μετά των αγίων πίε ζήσης”. Επίσης, άλλο σημαντικό στοιχείο ταυτοποίησης αποτελούν οι επιγραφές, όπως: «Κύριε βοήθει και ο Θεός μεθ’ ημών». Οι Εβραίοι φρόντιζαν, ώστε οι νεκροί τους να ενταφιάζονται ένας σε κάθε τάφο, τυλιγμένος με οθόνια[14]. Η ύπαρξη περισσότερων του ενός ενταφιασμών παρατηρήθηκε μόνο στα cubicula και τις σαρκοφάγους και θα πρέπει να οφείλεται σε δύο παράγοντες: ή σε ελληνική επίδραση ή σε προσπάθεια επαναχρησιμοποίησης του ταφικού χώρου σε μεταγενέστερη εποχή[15].
Η διακόσμηση των εβραϊκών τάφων γινόταν με χρήση ασβεστοκονιάματος έχοντας ως συχνότερο μοτίβο τις κόκκινες ταινίες, ενώ τα κτερίσματα ήταν παρόμοια με εκείνα των αλλοεθνών τάφων και αποτελούνταν από πήλινα και γυάλινα αγγεία, λύχνους και κοσμήματα. Αυτή η επιμελημένη εικόνα των cubiculorum  κυρίως δείχνει ακριβώς την φροντίδα των Εβραίων όσο βρίσκονταν εν ζωή να ετοιμάσουν την τελευταία τους κατοικία. Επιπλέον, από τις επιτύμβιες επιγραφές πληροφορούμαστε πως η παράνομη χρήση των τάφων τους από τρίτους επέφερε την ποινή των χρηματικών προστίμων[16].
Το πιο εντυπωσιακό ίσως ταφικό εύρημα, το οποίο ανακαλύφθηκε στον χώρο του Πανεπιστημίου και συνδέθηκε με ένα μέλος της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης ανακαλύφθηκε στο χώρο ανάμεσα στο κτίριο της Νομικής και το κτίριο της Διοικήσεως. Πρόκειται για ένα cubiculum[17], το οποίο στη δυτική πλευρά είχε κτιστό υπόγειο δρόμο και σχημάτιζε τρία αρκοσόλια στο εσωτερικό του θαλάμου του (εικ. 1). Κάτω από τα αρκοσόλια διαμορφώνονταν τρεις ορθογώνιες πλινθόκτιστες θήκες. Δύο ανοικτές ταφές βρέθηκαν στην βόρεια και νότια θήκη, ενώ στις δύο πλευρές του ανατολικού αρκοσολίου είχαν ανοιχθεί κόγχες, στις οποίες τοποθετούνταν ανακομιδές των οστών. Το δάπεδο του cubiculum αποτελούνταν από πατημένο χώμα και σε αυτό είχε ανοιχθεί μία ορθογώνια θήκη που καλύπτονταν με πλάκες σχιστόλιθου. Το δάπεδο της θήκης είχε καλυφθεί και αυτό με πλίνθους, στις οποίες μάλιστα είχαν αποτυπωθεί και δακτυλιές. Στην δυτική πλευρά του δαπέδου της ταφικής θήκης είχε επίσης διαμορφωθεί ένα πλίνθινο προσκέφαλο[18].
Στην μαρμάρινη θύρα του cubiculum υπήρχε μία εγχάρακτη επιγραφή, η οποία ανέφερε: «Βενιαμής ω κε Δομέτιος». Με βάση αυτή την επιγραφή έχει εκφραστεί και η άποψη πως ο κάτοχος του τάφου υπήρξε ένας εκχριστιανισμένος Ιουδαίος, ο οποίος διατηρούσε το εβραϊκό και το χριστιανικό του όνομα, δηλαδή το Δομέτιος. Η χρονολόγηση του cubiculum ανάγεται στο πρώτο τέταρτο του 4ου αι. [19]  
Κατά τη διάρκεια των εργασιών που έγιναν για την ανέγερση του κτηρίου Διοίκησης του Πανεπιστήμιου αποκαλύφθηκε στα θεμέλια μία εβραϊκή σαρκοφάγος, η οποία σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Πρόκειται για μία μαρμάρινη σαρκοφάγο με αμφικλινές κάλυμμα, το οποίο έφερε σχηματοποιημένα ανθεμωτά ακρωτήρια στις τέσσερις γωνίες του[20]. Η σαρκοφάγος δεν έφερε άλλη διακόσμηση εκτός από μία εγχάρακτη επιγραφή στην κύρια όψη της. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον το γεγονός πως η παρούσα επιγραφή είχε πάρει τη θέση αρχαιότερης επιγραφής, η οποία είχε αποξεσθεί. Η νέα επιγραφή αποτελείται από δύο στίχους, οι οποίοι διαβάζονται ως εξής: «Αυρ(ηλίου) Σαββατίου ληνός του Μάρκου». Η σαρκοφάγος χρονολογείται στον 3ο αιώνα όσον αφορά στην δεύτερη χρήση της[21]. Το όνομα που αναφέρει η επιγραφή «Σαββάτιος» παραπέμπει αναμφίβολα στην ιερή μέρα των Ιουδαίων, το Σάββατο (Σαμπάτ).
Σχετικά με τον Σαββάτιο της συγκεκριμένης περιγραφής θα μπορούσαμε να πούμε πως ή αποτελούσε μέλος της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης ή υπήρξε ένας εκχριστιανισμένος Ιουδαίος ή ακόμη ένας προσήλυτος Ιουδαίος. Όποια και αν είναι η περίπτωση της συγκεκριμένης σαρκοφάγου αναμφίβολα αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για την παρουσία της εβραϊκής κοινότητας στην πόλη.
Τέλος, μία ακόμη σαρκοφάγος, η οποία ανακαλύφθηκε επίσης στο κτήριο της Διοικήσεως είχε κατεργασμένες της τρεις πλευρές της, ενώ στην κύρια πλευρά της έφερε την ακόλουθη επιγραφή: «Μ(άρκος) Αυρ(ήλιος) Ιακώβ ο κε Ευτύχιος/ ζων τη συμβίω αυτού Άννα/ τη και Ασυνκριτίω και εαυτώ μνι/ ας χάριν ει δε τι έτερον καταθή/ δώση ταις συναγωγαίς λαύγρας[22] / ΛΖ Χ(αίρε) (εικ. 2).
Από την επιγραφή διαπιστώνουμε πως η νεκρή ονομάζεται Άννα και φέρει ένα δεύτερο χριστιανικό όνομα, Ανσυκρίτιος. Ο σύζυγός της επίσης, ο οποίος είναι και ο χορηγός της επιγραφής φέρει και αυτός τρία ονόματα: το εβραϊκό Ιακώβ, το ρωμαϊκό Μάρκος Αυρήλιος και ίσως και το χριστιανικό Ευτύχιος[23]. Η κατάσταση είναι λίγο περίπλοκη στην προκειμένη περίπτωση και τα συμπεράσματα δεν μπορούν να διεξαχθούν με απόλυτη σιγουριά[24]. Πέραν του ό,τι μπορεί να πρόκειται για πρόσωπα της εβραϊκής κοινότητας, τα οποία ίσως είχαν εκχριστιανιστεί, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός της ύπαρξης του ρωμαϊκού ονόματος, το οποίο υιοθετούσαν οι Ιουδαίοι ως δεύτερο όνομα, ιδιαιτέρως μάλιστα, όταν έφεραν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη[25].


3. Το εβραϊκό νεκροταφείο από τους μεσαιωνικούς χρόνους και ύστερα
Η ιστορία και η επέκταση του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εγκατάσταση των Σεφαραδιτών Εβραίων. Αναφέραμε, ήδη πως στην πόλη ζούσαν οι λεγόμενοι Ρωμανιώτες Εβραίοι από τους ελληνιστικούς χρόνους και εξετάσαμε όσα ταφικά κατάλοιπα διεσώθησαν από το εβραϊκό νεκροταφείο.
Εκτός από τους Ρωμανιώτες Εβραίους στην πόλη άρχισαν να συρρέουν και να εγκαθίστανται σταδιακά και άλλοι Ιουδαίοι από διάφορες περιοχές της Ευρώπης.  Ήδη το 1169 υπάρχει η πληροφορία πως ο Βενιαμίν της Τουδέλας[26] σε επίσκεψη που πραγματοποίησε στη Θεσσαλονίκη βρήκε μία κοινότητα Εβραίων που αποτελούνταν από 500 οικογένειες[27], οι οποίες είχαν την επεξεργασία του μεταξιού ως την κύρια ενασχόλησή τους[28].
Από την Ουγγαρία καταφθάνουν οι πρώτοι Ασκεναζίμ Εβραίοι το 1376, ενώ το 1394 εντοπίζονται οι Εβραίοι που προέρχονται από την Προβηγκία της Γαλλίας. Είναι χαρακτηριστικό πως κάθε ομάδα ιδρύει και τη δική της συναγωγή, γύρω από την οποία συσπειρώνεται και αναπτύσσεται[29]. Την εποχή που η Θεσσαλονίκη βρισκόταν υπό την κατοχή των Ενετών κατέφτασαν οι πρώτοι Εβραίοι από τη Σικελία και τη Βενετία (1423) και ίδρυσαν και αυτοί με τη σειρά τους τις δικές τους συναγωγές[30].     Από αυτήν την εποχή προέρχεται η πρώτη μαρτυρία, η οποία σχετίζεται με την ύπαρξη εβραϊκού νεκροταφείου, εκτός των ανατολικών τειχών της Θεσσαλονίκης, καθώς υπάρχει η πληροφορία πως, όταν οι Εβραίοι έπρεπε να θάψουν κάποιον νεκρό τους πλήρωναν κάποιο αντίτιμο, σαν ένα είδος φόρου, για να ανοίξει η πύλη και να πραγματοποιηθεί η ταφή εκτός των τειχών της πόλης[31].
Στα 1430 η Θεσσαλονίκη βρέθηκε υπό την κατοχή των Οθωμανών Τούρκων και το 1492 εγκαταστάθηκαν στην πόλη 20.000, οι οποίοι προήλθαν από την Ισπανία. Είχε προηγηθεί η εκδίωξή τους από την Ισπανία με το διάταγμα του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας[32]. Όταν οι Εβραίοι της Ισπανίας έφτασαν στην Θεσσαλονίκη, αρχικά διέμειναν στις έρημες περιοχές της πόλης, οι οποίες εκτείνονταν από το λιμάνι μέχρι και την Εγνατία οδό. Τα τουρκικά αρχεία του 1519 αναφέρουν πως στην πόλη κατοικούσαν εκείνη την περίοδο 15.715 Εβραίοι, ενώ στα ανατολικά της πόλης εκτός των τειχών είχε ήδη αναπτυχθεί το εβραϊκό νεκροταφείο. Η συνεχής επέκταση του εβραϊκού νεκροταφείου οφειλόταν κυρίως στο γεγονός πως σύμφωνα με την ιουδαϊκή θρησκευτική αντίληψη απαγορεύεται η εκταφή νεκρού για οποιονδήποτε λόγο[33]. Μάλιστα, στην ίδια την Παλαιά Διαθήκη τονίζεται η ιερότητα του τάφου[34], ενώ η σύλησή του είναι μία πράξη ιδιαιτέρως ιερόσυλη. Η ιερότητα του ταφικού χώρου και ο σεβασμός στο νεκρό επισημαίνεται επίσης και στο βιβλίο του Ταλμούδ, αλλά και στο Σουλχάν Αρούχ[35].
Η ιστορία του εβραϊκού νεκροταφείου υπήρξε μακραίωνη, όπως μαρτυρεί και ο αριθμός των τάφων που το αποτελούσαν. Στο νεκροταφείο υπήρχαν περίπου 400.000 τάφοι ατόμων, των οποίων η ηλικία τους κυμαινόταν από τα δώδεκα έτη και άνω. Παράλληλα, θεωρείται πως οι τάφοι των παιδιών κάτω των δώδεκα ετών άγγιζαν και αυτοί τους 400.000[36]. Η ονομασία του παλιού εβραϊκού νεκροταφείου ήταν «Λα Πουέρτα Ρεδόντα» («η Στρογγυλή Πύλη») και, όταν αγοράστηκε νέα έκταση προκειμένου αυτό να επεκταθεί ανατολικά και νότια, ονομάστηκε «Σενιόρ Ζακ». Η νέα ονομασία προήλθε από τον Ζακ Πασά, ο οποίος τάφηκε στο χώρο της νέας προέκτασης, παρόλο που ο πρώτος νεκρός σε αυτήν ήταν ο Αβραάμ Σενιόρ[37]. Προφανώς, η υπερίσχυση του ονόματος του Ζακ Πασά οφείλεται στην  σημαντικότερη κοινωνική θέση του έναντι του Αβραάμ Σενιόρ (εικ. 3).
Ο χώρος του εβραϊκού νεκροταφείου είχε επιμέρους τμήματα, τα οποία έλαβαν διάφορες ονομασίες. Μερικές από αυτές ήταν: «Πουέρτα Τσίκα», «Πουέρτα Ρεδόντα», «Λα Χολέρα» (εικ. 4), «Λα Χολέρα Γκράντε», «Ελός Πινός», «Ελός Σαρανόδος», «Ενλάδο ντε λος Μααμινίμ» κ.ά. Παράλληλα, υπήρχαν και οικογενειακοί τάφοι επιφανών εβραϊκών οικογενειών της πόλης, οι οποίοι περιβάλλονταν από τοίχο. Τέτοιοι οικογενειακοί τάφοι υπήρξαν των Αλλατίνη (εικ. 5), των Λεβή, των Ματαλόν κ. ά. Οι νεκροί ήταν θαμένοι με τα πρόσωπα στραμμένα προς την Ιερουσαλήμ[38]. Σε ξεχωριστό σημείο βρισκόταν το νεκροταφείο των ντονμέδων ή μααμινίμ. Πρόκειτα για τους οπαδούς της αίρεσης του Σαμπετάι Σεβή, οι οποίοι τελικά ασπάσθηκαν το Ισλάμ προκειμένου να αποφύγουν τις διώξεις. Το νεκροταφείο τους χωριζόταν με περίβολο, ενώ υπήρχε διαφορά στην διακόσμηση των τάφων τους και ο χώρος ήταν δεντροφυτευμένος[39].
Όσον αφορά στην τυπολογία των τάφων το στοιχείο που την διήπε ήταν η λιτότητα είτε επρόκειτο για τάφους πλουσίων είτε φτωχών. Οι οικογένειες γνώριζαν που βρίσκονταν οι τάφοι των συγγενικών τους προσώπων, ενώ αν δεν μπορούσαν να τους εντοπίσουν βοηθούνταν από τους Εβραίους ψάλτες, τους λεγόμενους «Χονατζήδες»[40], οι οποίοι βρίσκονταν στο νεκροταφείο για να ψάλλουν τους ύμνους των μνημοσύνων (εικ. 6). Αρχικά, οι νεκροί τοποθετούνταν σε σπηλιές ή σε αβαθείς λάκκους (περίπου βάθους ενός μέτρου), ενώ η πλειονότητα των τάφων δεν διέθετε ταφόπλακα, καθώς ήταν ιδιαιτέρως ακριβή η κατασκευή της. Οι διαστάσεις των τάφων ήταν μικρές (0,35 x 0,95 μ.), ενώ οι ταφόπλακες τοποθετούνταν απευθείας πάνω στο χώμα, όπως συνέβη και στον τάφο του Μέιρ Αλεβή Ασκεναζή (θ. 07/09/1518), γιου του ραββίνου Μπενιαμίν Αλεβή (εικ. 7). Με το πέρασμα των χρόνων άρχισαν να κατασκευάζουν κτιστούς υπερυψωμένους τάφους πάνω στους οποίους τοποθετούσαν ταφόπλακες, οι διαστάσεις των οποίων έφταναν τα 2,5 μ. μήκος, 1, 20 μ. πλάτος και 0,20 μ. πάχος[41].


4. Ταφικά έθιμα και επιτύμβιες στήλες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ταφικές συνήθειες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Μετά την πάροδο των επτά ημερών τοποθετούνταν η ταφόπετρα και οι συγγενείς επισκέπτονταν τον τάφο του νεκρού τους τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο. Πιο συγκεκριμένα, η επίσκεψη πραγματοποιούνταν στην κηδεία, στα επταήμερα και στον ενδέκατο μήνα μετά την ταφή. Επίσης, μία φορά το χρόνο γινόταν και το ετήσιο μνημόσυνο στη μεγάλη Ζιάρα (Ziyara Grande)[42]. Η ζιάρα πραγματοποιούνταν τέσσερις ημέρες πριν την Ρος Ασάνα ή ακόμα και την παραμονή άλλων μεγάλων εορτών του Ιουδαϊσμού[43] (εικ. 8). Η σημασία αυτών των επισκέψεων ήταν μεγάλη, καθώς πολλοί Εβραίοι πέρα από τους συγγενικούς τάφους επισκέπτονταν και τάφους σημαντικών ραββίνων προκειμένου να προσευχηθούν και να λάβουν την ευλογία τους[44]. Ένα σημαντικό φωτογραφικό ντοκουμέντο μίας τέτοιας επίσκεψης στο εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης διασώζεται σήμερα στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης.[45]
Οι επιτύμβιες στήλες του εβραϊκού νεκροταφείου Θεσσαλονίκης παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες για την έρευνα της ιστορίας του κοιμητηρίου, αλλά και της εβραϊκής κοινότητας κατ’ επέκταση. Η παλαιότερη επιγραφή του νεκροταφείου εντοπίστηκε κοντά στο παλαιό κτίριο της Φιλοσοφικής Σχολής από το ραβίνο Μίκαελ Μόλχο το 1953 και χρονολογείται στα 1493. Αρχικά, το κείμενο των επιγραφών ήταν σύντομο και περιελάμβανε το όνομα και την ημερομηνία θανάτου του νεκρού[46].
Αργότερα, σκάλιζαν κάποια μικρά κείμενα που ήταν γραμμένα σε ομοιοκαταληξία, ενώ παράλληλα έγραφαν και χωρία από την Τορά και τους Ψαλμούς. Χαρακτηριστική είναι η  περίπτωση της επιγραφής από τον τάφο του Σαμουήλ ντι Μεδίνα ντελ Κάμπο (1505-1589)[47], στην οποία σε εβραϊκή γραφή αποτυπώθηκε ένας στίχος από τον Ψαλμό 119: «Υπέρτατη ειρήνη σε όσους αγαπούν το Νόμο σου, κανένα κακό δεν τους πλήττει»[48] (εικ. 9).
Η γλώσσα γραφής των επιτάφιων επιγραφών ποικίλει αναλόγως της περιοχής προέλευσης του νεκρού. Πιο συγκεκριμένα, τα κείμενα των επιγραφών ήταν κατά κόρον γραμμένα στην εβραϊκή γραφή ή την ράσι[49]. Εντούτοις, στην περίπτωση που ο νεκρός προερχόταν από Εβραίους ισπανικής καταγωγής γινόταν και χρήση των λαντίνο, δηλαδή της γλώσσας που μιλούσαν οι Εβραίοι της Ισπανίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η επιγραφή του τάφου του Ιτσχάκ Χάϊμ (εικ. 10), όπου σε λαντίνο γραμμένα με εβραϊκούς χαρακτήρες διαβάζουμε: “Esta pena de Ishak Mar HaimElia (y la) que esta a su lato- Es su madre que se llamaMasaltov fija de Elazar Franco” (Αυτή είναι η ποινή (τάφος;) του Ιτσχάκ Μαρ Χάιμ – Αυτή που βρίσκεται στο πλευρό του – Είναι η μητέρα του – Μάσαλτοφ, κόρη του Ελάζαρ Φράνκο)[50].
Με τον ίδιο τρόπο, όσοι Εβραίοι προέρχονταν από την Ιταλία έγραφαν πάνω στους τάφους στα εβραϊκά ή και στα ιταλικά. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η επιγραφή του τάφου του Ελιάζαρ Φερνάντεζ Ντιάζ: “Vedona lacrimanteFigli dolentiA Elia FernandezDoveranoNacque nel 1792 – Mori il 4 Novembre 1837” ( Η δακρυσμένη χήρα (και τα) πονεμένα τέκνα οφείλουν (χρέος τιμής/ευγνωμοσύνης;) στον Elia Fernandez. Γεννήθηκε το 1782 πέθανε στις 4 Νοεμβρίου 1837). Παράλληλα, δεν αποκλειόταν και η περίπτωση δίγλωσσης επιγραφής, δηλαδή τόσο στα εβραϊκά όσο και στα ιταλικά, όπως συνέβη με την περίπτωση του τάφου του Αβραάμ Φερνάντεζ: “Abramo FernantezAffetuosoSalonico dove nacque moriLo piange lo benediceVisse 70 anniDedito alla medicinaLascia nobil retaggio ai filgiUn nome immacolato piu che dovicieVale! Prega peri superstitiXII Luglio MDCCCXXXI” (Τον προσφιλή Abramo Fernantez η Σαλονίκη, όπου γεννήθηκε (και) πέθανε τον κλαίει (και) τον ευλογεί. Έζησε 70 έτη αφιερωμένος στην ιατρική. Αφήνει στα παιδιά του ένα όνομα αψεγάδιαστο, ευγενή κληρονομιά μεγαλύτερη κι απ' τον πλούτο. Χαίρε! Προσεύχου για τους εναπομείναντες. 12 Ιουλίου 1881)[51].
Αλλά και οι Εβραίοι που είχαν πορτογαλική προέλευση έγραφαν και στα πορτογαλικά τις επιτύμβιες επιγραφές τους, όπως συνέβη στην περίπτωση του Ιεσούα ντι Ματός, μία δίγλωση επιγραφή, η οποία χρονολογείται στα 1775: “Aqui iase Iosuah De Matos su mu ger Rica Matos Fa Lesio 26 Nissan 5524 Portugeses” (Εδώ [κείτεται/κείτονται] ο Iosuah de Matos η γυναίκα του Rica Matos [πέθανε] στις 26 Νισάν 5524 Πορτογάλοι). Κατά παρόμοιο τρόπο, δε λείπουν και περιπτώσεις άλλων γλωσσών, όπως της τουρκικής σε μεταγενέστερη εποχή. Μία τέτοια επιγραφή ανήκει στον τάφο του Ζακ Πασά, ο οποίος ήταν Εβραίος ιταλικής καταγωγής και πέθανε το 1903. Διαβάζουμε στην συγκεκριμένη επιγραφή σε ελληνική μετάφραση: «Εδώ κείται ο Α.Ε. Ζακ Πασάς. Μέραρχος ιατρός. Χειρούργος του Γ΄ Σώματος Στρατού και Προϊστάμενος της Υγειονομικής Επιθεωρήσεως, θύμα του καθήκοντός του, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε έναν στρατιώτη που προσεβλήθη από θανάσιμο τραύμα, ανηρπάγη σκληρά από την αγάπη της οικογένειάς του την 22α Αυγούστου 1903 σε ηλικία 53 ετών. Προσευχηθείτε γι’ αυτόν». Η επιτύμβια στήλη παρουσιάζει μία ακόμη ιδιαιτερότητα, καθώς απεικονίζει δύο εγχάρακτα σταυροειδώς διατεταγμένα νυστέρια, ενδεικτικά της επαγγελματικής του ιδιότητας[52].
Η χρήση της εκάστοτε γλώσσας στο κείμενο των επιτύμβιων επιγραφών πλην της εβραϊκής σχετιζόταν εκτός από τον τόπο καταγωγής του θανόντα και με τις εκάστοτες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο εξηγείται η επιλογή της τουρκικής γλώσσας στον τάφο του Ζακ Πασά που είδαμε προηγουμένως, καθώς αυτός έζησε την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη. Μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους (1912) συναντάμε και τη χρήση της ελληνικής γλώσσας στις επιτύμβιες στήλες του εβραϊκού νεκροταφείου. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ο τάφος του Δαβίδ Ματαλόν, ο οποίος πέθανε το 1931 και στον τάφο του οποίου διαβάζουμε: «Ενθάδε κείται Δαβίδ Ιακώβ Ματαλόν, Απεβίωσεν 7 Οκτωβρίου 1931, ετών 57, Διετέλεσεν επί τρεις περιόδους βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, Ηγωνίσθη υπέρ της Ελληνικής και Σιωνιστικής ιδέας. Υπήρξεν πρότυπον ανδρός φιλάνθρωπου και καλού πολίτου»[53].
Εκτός από το κείμενο της επιγραφής, το οποίο παρουσίαζε τον θανόντα, εξυμνούσε τις εν ζωή αρετές του και κατέθετε την θλίψη των συγγενών του συνηθιζόταν πάνω στον τάφο να συμπεριλαμβάνονται και άλλα θέματα ή διακοσμητικά μοτίβα. Πιο συγκεκριμένα, γινόταν αναφορά στο επάγγελμα του νεκρού ή ακόμα και στα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατό του, όπως χολέρα, πυρκαγιά κ.ά. Τέλος, κάποιες φορές πάνω στην ταφόπλακα σκάλιζαν απεικονίσεις αντικειμένων, όπως λουλούδια, κεριά, δέντρα κ.ά.[54]
Παρόλα αυτά, δεν έλειπαν οι συνθήκες εκείνες, οι οποίες επέβαλαν τις διαφοροποιήσεις στον τρόπο ταφής, όπως είχε συμβεί το 1545 στην επιδημία της μεγάλης πανώλης. Οι νεκροί ήταν τόσοι πολλοί που το έργο του ενταφιασμού τους από τα συναγωγικά αδελφάτα που ήταν επιφορτισμένα με τις νεκρώσιμες τελετές δεν ήταν πλέον εφικτό. Γι’ αυτό το λόγο, εθελοντές βοηθούσαν σε αυτό το έργο, ενώ οι νεκροί θάβονταν κατά δεκάδες στον ίδιο τάφο[55].


5. Οι επεκτάσεις, οι απαλλοτριώσεις και οι βανδαλισμοί του νεκροταφείου
Από το 1821 ξεκίνησαν οι περιπέτειες που θα έκριναν την τύχη του νεκροταφείου ενάμισυ σχεδόν αιώνα αργότερα. Αυτή τη χρονιά χρησιμοποιήθηκαν μαρμάρινες πλάκες του νεκροταφείου προκειμένου να ενισχυθούν τα τείχη της πόλης. Ακολούθως, το 1889 κατεδαφίστηκε ένα μέρος του ανατολικού τείχους της πόλης. Ο ρόλος του ανατολικού τείχους στην πολεοδομία της πόλης πέρα από οχυρωματικός ήταν και ένα τεχνητό όριο ανάμεσα στην πόλη και το εβραϊκό νεκροταφείο. Την ίδια χρονιά μία εταιρεία με την ονομασία «Χεσσέδ βε Εμέθ»[56] προσπάθησε να προστατεύσει το νεκροταφείο περιτειχίζοντάς το, ενώ παράλληλα φρόντισε για την δεντροφύτευση του χώρου, τη συντήρηση των τάφων και τη φύλαξή τους. Τελικά, η εταιρεία διαλύθηκε το 1900[57].
Το εβραϊκό νεκροταφείο επεκτάθηκε πολλές φορές στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του. Η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης αγόραζε συχνά τμήματα νέας γης για την επέκταση του νεκροταφείου της προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της. Τα μεγέθη μπορούν να γίνουν κατανοητά μέσα από τη μελέτη των εγγράφων της επίσημης διοίκησης της εποχής. Συγκεκριμένα, στην οθωμανική απογραφή του 1882 μαθαίνουμε πως η Θεσσαλονίκη είχε πληθυσμό 103.544 κατοίκους, από τους οποίους οι 34.523 ήταν Εβραίοι, ένας αριθμός ο οποίος φανερώνει γιατί υπήρχε μεγάλη ανάγκη συνεχούς επέκτασης του νεκροταφείου. Ο πληθυσμός της πόλης, ολοένα και αυξανόταν με αποτέλεσμα στην επίσημη απογραφή του Ρακτιβάν του 1916, οι Εβραίοι κάτοικοι να αριθμούν 61.400 άτομα σε σύνολο 165.704 κατοίκων[58]. Το εβραϊκό νεκροταφείο για κάθε επέκτασή του κατείχε νομίμους τίτλους ιδιοκτησίας[59].
Το εβραϊκό νεκροταφείο υπέστη πολλές περιπέτειες μέσα από πλήθος απαλλοτριώσεων και βανδαλισμών. Τα προβλήματα ξεκίνησαν με την αύξηση του πληθυσμού και την ανάγκη για επέκταση της κατοικήσιμης περιοχής στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ήδη από το 1890, όταν είχε δημιουργηθεί η οδός Χαμηδιέ, η οποία είναι η σημερινή Εθνικής Αμύνης ένα τμήμα του νεκροταφείου στο ανατολικό τείχος είχε απαλλοτριωθεί. Επίσης, με την μεγάλη πυρκαγιά του 1917, οπότε και πολλοί κάτοικοι έμειναν άστεγοι, αλλά και με το κύμα προσφύγων που κατέκλυσε την πόλη μετά την Μικρασιατική καταστροφή, πολλοί άνθρωποι εγκαταστάθηκαν στα βόρεια και ανατολικά του νεκροταφείου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πόλη να κοπεί στα δύο εξαιτίας του νεκροταφείου που βρισκόταν πλέον στη μέση[60].
Ο Γάλλος πολεοδόμος και αρχαιολόγος, Ερνέστ Εμπράρ ανέλαβε μετά την πυρκαγιά του 1917 την πολεοδομική αναμόρφωση της πόλης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκπόνησε μία ιδιαίτερη μελέτη για την πανεπιστημιούπολη της Θεσσαλονίκης. Πρότεινε μάλιστα ο χώρος του εβραϊκού νεκροταφείου να δεντροφυτευτεί και να λειτουργήσει ως επέκταση του Πανεπιστημίου[61].
Αυτό όμως αντιτίθετο στην ύπαρξη ενός ειδικού νόμου του 1918, ο οποίος καθόριζε πως τα νεκροταφεία ήταν προστατευόμενος χώρος σαν ιδρύματα δημόσιας ωφελείας, ενώ επιτρεπόταν η απαλλοτρίωση προκειμένου να βρεθούν χώροι για την δημιουργία και την επέκτασή τους. Επιπλέον, μία δεκαετία αργότερα ψηφίστηκε ένα ακόμη νόμος[62] βάσει του οποίου τα νεκροταφεία προστατεύονται, ενώ καθόριζε ρητά, όταν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις απαγόρευαν τη μεταφορά των νεκρών από τον τόπο ταφής τους, να δημιουργούνται αλσύλλια προκειμένου αυτά να εξωραΐζονται (άρθρο 27.4)[63].
Παρόλα αυτά, τα προβλήματα για το εβραϊκό νεκροταφείο δεν σταμάτησαν. Ήδη την ίδια χρονιά με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (437 της 12/7/1929) κηρύχθηκε απαλλοτριώσιμο ένα τμήμα του (6.850 τ.μ.) κοντά στον οικισμό των Ανδριανουπολιτών για την εγκατάσταση προσφύγων. Το τμήμα αυτό περιείχε πολλούς τάφους και ήταν ιδιοκτησία της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Η αντίδραση της Ισραηλιτικής Κοινότητας υπήρξε άμεση με τον αρχιραβίνο Χαΐμ Χαμπίμπ και τον πρόεδρο Ι. Καζέ να αποστέλλουν υπόμνημα στον πρωθυπουργό (24/12/1929) ζητώντας την άρση της απαλλοτρίωσης. Το αίτημά τους βασιζόταν σε άλλα παραδείγματα ευρωπαϊκών κρατών, όπως στην Αυστρία και τη Γαλλία, όπου τα εκεί εβραϊκά νεκροταφεία δεν απαλλοτριώθηκαν, αλλά παρέμειναν αδιατάρακτα[64].
Μέσα σε αυτό το κλίμα το βράδυ της 12ης Ιανουαρίου 1930 Μικρασιάτες πρόσφυγες δυσαρεστημένοι από την παραπάνω εξέλιξη, αλλά και την απόφαση της Επιτροπής Νεκροταφείου της Ισραηλιτικής Κοινότητας να κλείσουν τις πόρτες του νεκροταφείου στις 9 μμ, οδηγήθηκαν στην καταστροφή 70 τάφων του νεκροταφείου. Η απόφαση αυτή της Κοινότητας εμπόδιζε τους πρόσφυγες να πηγαίνουν στα σπίτια τους το βράδυ μέσω του νεκροταφείου, καθώς από εκεί ήταν και ο συντομότερος δυνατός δρόμος[65]. Αμέσως μετά από αυτά τα επεισόδια οι διοικητικές και αστυνομικές αρχές της πόλης όρισαν μέτρα προστασίας του νεκροταφείου. Οι εβραϊκές εφημερίδες εκείνης της περιόδου ασχολήθηκαν εκτενέστατα με το θέμα των βανδαλισμών και της απαλλοτρίωσης του νεκροταφείου[66].
Σε ένα έγγραφο προς το Υπουργείο των Εσωτερικών στις 18/2/1930 ο υπουργός -διοικητής της Μακεδονίας, Σ. Γονατάς επεσήμαινε πως το εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης ήταν μεγάλο σε έκταση και πλέον με την επέκταση της πόλης είχε φτάσει να βρίσκεται στο κέντρο της. Συνέστησε την μετατόπιση του σε άλλο σημείο της πόλης, όπως θα συνέβαινε και με το ελληνοχριστιανικό νεκροταφείο, ενώ υπεδείκνυε και την αποζημίωση της Ισραηλιτικής Κοινότητας για αυτή την μετακίνηση των νεκρών[67].
Σε λίγους μήνες και πιο συγκεκριμένα στις 4/8/1930 δημοσιεύθηκε το νομοσχέδιο για την απαλλοτρίωση του εβραϊκού νεκροταφείου με σκοπό να επεκταθεί εκεί το πανεπιστήμιο. Κατόπιν αιτήματος των πρυτανικών αρχών στον διοικητή Μακεδονίας να κτιστεί το κτίριο της Φυσικομαθηματικής Σχολής μέσα στο εβραϊκό νεκροταφείο, ο Γονατάς κάλεσε τον πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, τους ισραηλίτες βουλευτές και γερουσιαστές με σκοπό να τους πείσει να χρησιμοποιηθεί ένα μικρό τμήμα του εβραϊκού νεκροταφείου. Παρόλο που ο ίδιος ο Γονατάς ήταν υπέρ αυτής της χρήσης από το πανεπιστήμιο, σε έγγραφό του προς το πολιτικό γραφείο του πρωθυπουργού την 21/11/1931 εξηγούσε πως υπάρχει αυστηρότατη θρησκευτική απαγόρευση για μία τέτοια μεταφορά. Ο Γονατάς δεν απέκρυψε την ανησυχία του για μελλοντικά προβλήματα που θα δημιουργούσε αυτή η επέκταση του Πανεπιστημίου εις βάρος του εβραϊκού νεκροταφείου, ενώ παράλληλα πρότεινε να αναλάβει η ίδια η Ισραηλιτική Κοινότητα τη μεταφορά και φύλαξη των ταφοπλακών με έξοδα του Δήμου και του Πανεπιστημίου[68].
Εκατοντάδες τάφοι του εβραϊκού νεκροταφείου λεηλατήθηκαν από μέλη της οργάνωσης «3Ε» στα 1931. Είχε προηγηθεί το πογκρόμ της συνοικίας Κάμπελ στις 29/06/1931. Η Ισραηλιτική Κοινότητα απέστειλε διάβημα στον αστυνομικό διευθυντή, Καλοχριστιανάκη με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός σταθμού που θα επέβλεπε το χώρο και θα προστάτευε τους τάφους. Εβραίοι φύλακες και πέντε χωροφύλακες εργάζονταν για την φύλαξη του νεκροταφείου[69].
Όταν στις 21/03/1934 επικυρώθηκε η απαλλοτρίωση, η Ισραηλιτική Κοινότητα διαμαρτυρόμενη απέστειλε διάβημα στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ζητώντας τη ματαίωση της εν λόγω απαλλοτρίωσης. Τελικά, ο Α.Ν. 890/1937 άρθρο 1[70] καθόριζε την τύχη του εβραϊκού νεκροταφείου Θεσσαλονίκης. Πιο συγκεκριμένα, ελήφθη υπόψη σοβαρά η θρησκευτική απαγόρευση για την μετακίνηση των νεκρών και επετράπη η ταφή στον χώρο για έναν ακόμη χρόνο. Το νεκροταφείο θα γινόταν άλσος με τη συνδρομή και προστασία του Δήμου Θεσσαλονίκης με σεβασμό πάντοτε στους νεκρούς, ενώ παραχωρήθηκε από το Δήμο στην Ισραηλιτική Κοινότητα νέος χώρος στην περιοχή της Σταυρούπολης, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα το νέο εβραϊκό νεκροταφείο. Επίσης, ο ίδιος νόμος στο άρθρο 2 καθόριζε λεπτομερώς ότι κατ’ εξαίρεση ένα συγκεκριμένο τμήμα θα περιερχόταν στην νομή και κατοχή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης[71].
Τρία χρόνια μετά, το 1937, η Ισραηλιτική Κονότητα παρεχώρησε στο πανεπιστήμιο μία έκταση 12.399 τ.μ. προκειμένου να επεκταθεί το πανεπιστήμιο χωρίς καμία χρηματική αξίωση. Σε αυτό το τμήμα του νεκροταφείου, το οποίο παραχωρήθηκε βρίσκονταν ενταφιασμένοι πολύ σημαντικοί ραβίνοι της Κοινότητας. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Ιτσχάκ Μπαρκελώνη, Σαμουέλ Γκαόν, Ιακώβ Ρομπέο, Μωσέ Ρομπέο κ.ά. Συνολικά, έγινε ανακομιδή 150 νεκρών, οι οποίοι ενταφιάστηκαν με ειδικές τιμές εκ νέου στο κοιμητήριο Σενιόρ Ζακ[72].


6. Η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής
Τα σοβαρότερα γεγονότα, τα οποία οδήγησαν και στην ολοκληρωτική καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου ξεκίνησαν ουσιαστικά κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την κατοχή της πόλης της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς. Οι τελευταίοι εισέβαλαν στην πόλη τον Απρίλιο του 1941. Στην πόλη έφτασε το 1942 ο Μάξ Μέρτεν, γερμανός αξιωματικός και εισαγγελέας, κύριος υπεύθυνος για τη γενοκτονία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, τη λεηλασία των περιουσιών τους και την οριστική καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου. Το Σεπτέμβριο του 1942 ζήτησε από την Ισραηλιτική Κοινότητα να του καταβληθεί το ποσό των 3,5 δις δραχμών ως λύτρα προκειμένου να απαλλάξει τους Εβραίους από την καταναγκαστική εργασία σε κατασκευή δρόμων σε μέρη όλης της Ελλάδας. Από τα 3,5 δις δραχμές τα 2,5 θα έπρεπε να καταβληθούν τοις μετρητοίς, ενώ το υπόλοιπο δισεκατομμύριο θα συμψηφιζόταν με την αποζημίωση που δήθεν θα έπαιρνε η Κοινότητα από την απαλλοτρίωση του εβραϊκού νεκροταφείου από τις κατοχικές δυνάμεις, οι οποίες διετείνοντο – ψευδώς φυσικά – πως το ήθελαν για στρατιωτική χρήση[73].
Για την Ισραηλιτική Κοινότητα το ζήτημα του νεκροταφείου της ήταν αδιαπραγμάτευτο, όπως και διεμήνυσε στις κατοχικές αρχές, ενώ παράλληλα θα έδινε 2 δις δραχμές. Τελικά, οι δύο πλευρές υπέγραψαν τη συμφωνία στις 17/10/1942, η οποία καθόριζε την απαλλαγή των Εβραίων από τα καταναγκαστικά έργα επί τη πληρωμή 2,5 δις δραχμών, τα οποία θα έπρεπε να καταβληθούν έως και τις 15/12/1942[74].
Από αυτό το χρονικό σημείο και ύστερα είχε αρχίσει η αντίστροφη πορεία για την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου με συνοπτικές διαδικασίες. Ήδη στις αρχές Δεκεμβρίου του 1942 είχε υποβληθεί το σχέδιο απαλλοτριώσεως του νεκροταφείου από τον Γραμματέα της Γενικής Διοικήσεως και ακολούθως στις 6 Δεκεμβρίου του 1942 ο Μέρτεν πήγε στο εβραϊκό νεκροταφείο. Συνοδευόταν από τον γενικό διοικητή Σιμωνίδη, τον γενικό γραμματέα του Αλμέιδα, τον μηχανικό του Δήμου, τον αρχιραβίνο Κόρετς, τον μηχανικό Ελή Μοδιάνο και τον ραβίνο Μίκαελ Μόλχο. Ο τελευταίος ήταν αυτός που υπέδειξε στον Μέρτεν ποιοι τάφοι είχαν και την μεγαλύτερη ιστορική αξία[75].
Ο Μέρτεν δεν χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να αποφασίσει για την μοίρα του εβραϊκού νεκροταφείου. Συγκεκριμένα, αποφάσισε την απαλλοτρίωση τμήματος του νεκροταφείου κοντά στο πανεπιστήμιο και τον οικισμό Σαράντα Εκκλησιές, την μη διατάραξη του υπόλοιπου νεκροταφείου και την διατήρηση των τάφων που είχαν δημιουργηθεί τα τελευταία 30 χρόνια σε όλο το νεκροταφείο[76]. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν τηρήθηκε. Την ίδια ημέρα ξεκίνησε η καταστροφή των τάφων όλου του νεκροταφείου, η οποία ήταν ολοκληρωτική. Όποιος βρέθηκε εκεί εκείνη την ημέρα μπορούσε να δει σε όλο το χώρο του νεκροταφείου κατεστραμμένους τάφους, σπασμένες ταφόπλακες και τα οστά των νεκρών πεταμένα ασεβώς παντού (εικ. 11). Οι ταφόπλακες μεταφέρθηκαν από το νεκροταφείο σε όλα τα μέρη της Θεσσαλονίκης και χρησιμοποιήθηκαν ως δομικό υλικό σε κάθε είδους οικοδομικές εργασίες[77]. Οι ίδιοι οι Γερμανοί χρησιμομοποίησαν ταφικές πλάκες για την κατασκευή πισίνας[78].
 Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης προσπάθησαν να συλλέξουν γρήγορα όσα οστά των συγγενών τους κατάφεραν. Με αυτόν τον τρόπο ένα σημαντικό νεκροταφείο μίας ιστορικής παρουσίας τουλάχιστον πέντε αιώνων αφέθηκε να καταστραφεί ολοσχερώς. Ακόμα τραγικότερο καθίσταται αυτό το γεγονός, καθώς οι Εβραίοι της πόλης πριν πάρουν το δρόμο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης βίωσαν αυτήν την σκληρή καταστροφή της τελευταίας κατοικίας των προγόνων τους. Μετά τον βίαιο εκτοπισμό των Εβραίων, το κατοχικό Υπουργείο Οικονομικών με την υπ’ αριθμόν διαταγή του 5880/14-10-1943 προώθησε με συνοπτικές διαδικασίες την κατάληψη του εβραϊκού νεκροταφείου, καθώς εκλήφθηκε ως ένα ακίνητο που είχε εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του. Τελικά, θεωρήθηκε ως δημόσιο κτήμα και το Κτηματικό Γραφείο Θεσσαλονίκης το καταχώρησε στα αρχεία του με αριθμό καταχώρησης 1340/1944, ενώ το 1946 δόθηκε στους Εβραίους το δικαίωμα της περισυλλογής των ταφοπλακών[79].


7. Επίλογος
Η τραγική κατάληξη του παλιού εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης υπήρξε αναμφίβολα συνυφασμένη με την δραματική εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Εντούτοις, οι ευθύνες για την καταστροφή του νεκροταφείου δεν θα πρέπει να αποδωθούν μόνο στους Γερμανούς κατακτητές, αλλά βαρύνουν αναμφίβολα και κάποιους από τους πολίτες της πόλης της Θεσσαλονίκης που ενεπλάκησαν στο έργο της λεηλασίας του χώρου, όπως και στις κατοχικές αρχές της πόλης.
Είναι λυπηρό το γεγονός των λιγοστών και σύντομων αναφορών στην ιστορία του νεκροταφείου και το ζήτημα της καταστροφής του. Ένα γεγονός, το οποίο σαφώς συνδέεται με την οδυνηρή αναμόχλευση των τραγικών γεγονότων του παρελθόντος. Η δε τραγικότητα του ζητήματος της λήθης του εβραϊκού νεκροταφείου αποκτά έναν εντονότερο χαρακτήρα, όταν αναλογιστεί κανείς ποια ήταν η τύχη αντίστοιχων εβραϊκών νεκροταφείων σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Τα νεκροταφεία αυτά διατηρήθηκαν και αποτέλεσαν τμήμα του αστικού τοπίου της εκάστοτε πόλης (Βιέννη, Πράγα κ.ά.)[80].
Φυσικά, οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν και ο ρους της ιστορίας δεν γυρνάει πίσω. Παρόλα αυτά, η ιστορία δεν πρέπει να λησμονείται και αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός πως πολλοί φοιτητές του Α.Π.Θ. δεν γνωρίζουν σήμερα τι βρισκόταν ή τι βρίσκεται κάτω από το έδαφος του πανεπιστημίου τους, πιστεύουμε πως το λιγότερο που θα μπορούσε να γίνει από την ελληνική πολιτεία θα ήταν μία υπενθύμιση της ύπαρξης του εβραϊκού νεκροταφείου – έστω – μέσω μίας αναμνηστικής πλάκας. Ίσως και η δημιουργία στο χώρο ενός μνημείου στη μνήμη αυτών των ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν στην «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» να αποτελούσε το ύστατο χρέος αυτής της πόλης που τόσο αγαπήθηκε από αυτούς.


















ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.      Baer, Y., A history of the Jews in Christian Spain, vol. II, Varda Books, Illinois 2001.
  1. Βακαλόπουλος, Απ., Ιστορία της Θεσσαλονίκης 316 π.Χ. – 1983, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997.
3.      Baskin, J. R., “Rashi”, Encyclopedia Judaica, vol. 17, 2nd ed. Keter Publishing House, New York 2007.
4.      Bowman, S. B., Jews of Byzantium 1204-1453, University of Alabama Press, Tuscaloosa, Alabama 1985.
5.      Δημητριάδης, Β., Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. 1430-1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1983.
6.      Laquer, T. W. and Hesse, C.,Bodies Visible and Invisible: The Erasure of the Jewish Cemetery in the Life of Modern Thessaloniki”, DINI, 2005 (in Greek, with English forthcoming).
  1. Μαρκή, Ε., «Παλαιοχριστιανικές και βυζαντινές αρχαιότητες στην Πανεπιστημιούπολη», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σσ. 47-56.
8.      Mazower, M., Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006.
  1. Μεσσίνας, Η., Οι συναγωγές στην Ελλάδα, η αρχιτεκτονική τους και η σχέση τους με τον ιστό της πόλης και την εβραϊκή συνοικία:  συγκριτική μελέτη της ιστορίας και αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Βορείου Ελλάδος, η θέση τους στην εβραϊκή συνοικία και η παρουσία τους στον πολεοδομικό ιστό από τον 15ο στον 20ο αιώνα, Διδ. διατριβή, Αθήνα 1998.
  2. Ναρ, Α., Κείμενη επί ακτή θαλάσσης. Μελέτες και άρθρα για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.
  3. Ναρ, Α., «Κοινοτική οργάνωση και δραστηριότητα της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης» στο Χασιώτης, Ι. Κ., (επιμ.), Τοις Αγαθοίς Βασιλεύουσα Θεσσαλονίκη - Ιστορία και Πολιτισμός, Θεσσαλονίκη: Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997, εκδ. Παρατηρητής, 1997α.
  4. Νεχαμά, Γ., Ιστορία των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης, μετάφραση από τα γαλλικά: Τομέας Μετάφρασης του Τμήματος Γαλλικής του Α.Π.Θ., Βιβλίο Πρώτο, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης - University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000.
  5. Nigdelis, P. M.,Synagoge(n) und Gemeinde der Juden in Thessaloniki: Fragen Aufgrund einer neuer judischen Grabinschrift der Kaizerzeit”, Zeitschrift fur Papyrologie und Epigraphik 102 (1994), σσ. 297–306.
14.  Σάλεμ, Σ., «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σσ. 57-78.
15.    Σάλεμ, Σ., «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σσ. 6-17.
16.  Starr, J., Romania: The Jewries of the Levant after the Fourth Crusade, Paris 1949.
17.  Hachlili, R., The Menorah, the Ancient Seven-armed Candelabrum. Origin, Form and Significance, Supplements to the Journal of the Study of  Judaism, vol. 68, Brill, Leiden 2001. 
  1. Χασιώτης, Ι. Κ., «Η πρώτη μετά την πρώτην: Αναζητώντας διαχρονικά χαρακτηριστικά και τομές στην ιστορία της Θεσσαλονίκης» στο Χασιώτης Ι. Κ. (επιμ.), Τοις Αγαθοίς Βασιλεύουσα Θεσσαλονίκη – Ιστορία και Πολιτισμός, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη: Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997.
19.  http://www.jmth.gr/web/thejews/pages/pages/necropGR.htm, όπως ανακτήθηκε στις 18/05/2011.


  Παραπομπές
[1] Α. Ναρ, Κείμενη επί ακτή θαλάσσης. Μελέτες και άρθρα για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 20.
[2] Ι. Κ. Χασιώτης, «Η πρώτη μετά την πρώτην: Αναζητώντας διαχρονικά χαρακτηριστικά και τομές στην ιστορία της Θεσσαλονίκης» στο Χασιώτης Ι. Κ. (επιμ.), Τοις Αγαθοίς Βασιλεύουσα Θεσσαλονίκη – Ιστορία και Πολιτισμός, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη: Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997, σσ. 15-16.
[3] Ό.π., σ. 16.
[4] Ναρ, Α., «Κοινοτική οργάνωση και δραστηριότητα της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης» στο Χασιώτης, Ι. Κ., (επιμ.), Τοις Αγαθοίς Βασιλεύουσα Θεσσαλονίκη - Ιστορία και Πολιτισμός, Θεσσαλονίκη: Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997, εκδ. Παρατηρητής, 1997α, σ. 200. Γ. Νεχαμά, Ιστορία των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης, μετάφραση από τα γαλλικά: Τομέας Μετάφρασης του Τμήματος Γαλλικής του Α.Π.Θ., Βιβλίο Πρώτο, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης - University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 30.
[5] Στράβων: «…τόπον ουκ εστί ραδίως ευρείν της οικουμένης ός ού παραδέδεκται τούτο τό φύλον (των Ιουδαίων), μηδ΄ επικρατείται υπ αυτού». Βλ. Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης 316 π.Χ. – 1983, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 26.
[6] Ό.π.
[7] Πρ. 17, 1: «…ἦλθον εἰς Θεσσαλονίκην, ὅπου ἦν συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων». Πιθανότατα πρόκειται για την αρχαιότερη συναγωγή Ετς Χαΐμ, η οποία βρισκόταν δίπλα στα τείχη κοντά στη συνοικία του Ιπποδρομείου, βλ. Η. Μεσσίνας, Οι συναγωγές στην Ελλάδα, η αρχιτεκτονική τους και η σχέση τους με τον ιστό της πόλης και την εβραϊκή συνοικία:  συγκριτική μελέτη της ιστορίας και αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Βορείου Ελλάδος, η θέση τους στην εβραϊκή συνοικία και η παρουσία τους στον πολεοδομικό ιστό από τον 15ο στον 20ο αιώνα, Διδ. διατριβή, Αθήνα 1998, σ. 144.
[8] Ε. Μαρκή, «Παλαιοχριστιανικές και βυζαντινές αρχαιότητες στην Πανεπιστημιούπολη», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001),  σ. 47.
[9] Ό.π.
[10] Ό.π., σ. 48.
[11] Ό.π., σ. 52.
[12] Ό.π., σ. 53.
[13] Ό.π., σ. 53. Για την ιστορία της Μενορά, βλ. R. Hachlili, The Menorah, the Ancient Seven-armed Candelabrum. Origin, Form and Significance, Supplements to the Journal of the Study of  Judaism, vol. 68, Brill, Leiden 2001. 
[14] Πρόκειται για ένα είδος σαβάνου με τη μορφή λωρίδων υφάσματος, όπως μαρτυρεί και η αναφορά στο Λουκ. 24,12: «ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια μόνα, καὶ ἀπῆλθεν πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός».
[15] Ε. Μαρκή, «Παλαιοχριστιανικές και βυζαντινές αρχαιότητες στην Πανεπιστημιούπολη», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001),  σ. 53.
[16] Ό.π.
[17] Η λέξη cubiculum παραπέμπει σε υπνοδωμάτιο, το οποίο και υποδηλώνει κατά συμβολικό τρόπο.
[18] Ε. Μαρκή, «Παλαιοχριστιανικές και βυζαντινές αρχαιότητες στην Πανεπιστημιούπολη», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001),  σ. 53.
[19] Ό.π., σσ. 53-54.
[20] Ό.π., σ. 54.
[21] Ό.π.
[22] Έχει προταθεί και η ανάγνωση «λαμπράς». Βλ. P. M. Nigdelis, “Synagoge(n) und Gemeinde der Juden in Thessaloniki: Fragen Aufgrund einer neuer judischen Grabinschrift der Kaizerzeit”, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 102 (1994), σ. 300.
[23] Ε. Μαρκή, «Παλαιοχριστιανικές και βυζαντινές αρχαιότητες στην Πανεπιστημιούπολη», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001),  σ. 54.
[24] P. M. Nigdelis, “Synagoge(n) und Gemeinde der Juden in Thessaloniki: Fragen Aufgrund einer neuer judischen Grabinschrift der Kaizerzeit”, Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 102 (1994), σ. 304.
[25] Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Παύλου από την Ταρσό, ο οποίος όντας και Ρωμαίος πολίτης - ιδιότητα την οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του – έφερε δύο ονομασίες, δηλαδή μία εβραϊκή και μία ρωμαϊκή. Βλ. Πρ. 22,28: «(Ρωμαίος) εγώ δε και γεγέννημαι».
[26] Πρόκειται για έναν Ιουδαίο περιηγητή του 12ου αιώνα, ο οποίος πραγματοποίησε ταξίδια στην Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Βλ. S. B. Bowman, Jews of Byzantium 1204-1453, University of Alabama Press, Tuscaloosa, Alabama 1985, σ. 49.
[27] J. Starr, Romania: The Jewries of the Levant after the Fourth Crusade, Paris 1949, σ. 77.
[28] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 57. S. B. Bowman, Jews of Byzantium 1204-1453, University of Alabama Press, Tuscaloosa, Alabama 1985, σ. 99.
[29] Οι Εβραίοι από την Ουγγαρία ιδρύουν την συναγωγή «Ασκενάζ», ενώ οι Εβραίοι της Προβηγκίας την «Προβάνς», βλ. Η. Μεσσίνας, Οι συναγωγές στην Ελλάδα, η αρχιτεκτονική τους και η σχέση τους με τον ιστό της πόλης και την εβραϊκή συνοικία:  συγκριτική μελέτη της ιστορίας και αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Βορείου Ελλάδος, η θέση τους στην εβραϊκή συνοικία και η παρουσία τους στον πολεοδομικό ιστό από τον 15ο στον 20ο αιώνα, Διδ. διατριβή, Αθήνα 1998, σσ. 133-136.
[30] Οι Εβραίοι της Σικελίας ίδρυσαν τη Συναγωγή «Σεσίλια» και εκείνοι που προήλθαν από την Βενετία ίδρυσαν την «Ιτάλια», βλ. Η. Μεσσίνας, ό.π., σσ. 137-139, 141-142.
[31] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 57. Β. Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. 1430-1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 446.
[32] Πρόκειται για το περίφημο Alhambra Decree. Βλ. Y. Baer, A history of the Jews in Christian Spain, vol. II, Varda Books, Illinois 2001, σσ. 433-435.
[33] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σσ. 58-59.
[34] Γεν. 47, 29-30: «29 ἤγγισαν δὲ αἱ ἡμέραι ᾿Ισραὴλ τοῦ ἀποθανεῖν, καὶ ἐκάλεσε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ εὕρηκα χάριν ἐναντίον σου, ὑπόθες τὴν χεῖρά σου ὑπὸ τὸν μηρόν μου καὶ ποιήσεις ἐπ᾿ ἐμὲ ἐλεημοσύνην καὶ ἀλήθειαν τοῦ μή με θάψαι ἐν Αἰγύπτῳ, 30 ἀλλὰ κοιμηθήσομαι μετὰ τῶν πατέρων μου, καὶ ἀρεῖς με ἐξ Αἰγύπτου καὶ θάψεις με ἐν τῷ τάφῳ αὐτῶν. ὁ δὲ εἶπεν· ἐγὼ ποιήσω κατὰ τὸ ρῆμά σου» και Β΄ Βασ. 19, 37: 37 καθισάτω δὴ ὁ δοῦλός σου καὶ ἀποθανοῦμαι ἐν τῇ πόλει μου παρὰ τῷ τάφῳ τοῦ πατρὸς μου καὶ τῆς μητρός μου..».
[35] Το Ταλμούδ αποτελεί τη μελέτη και διδασκαλία του Νόμου (Τορά). Οι συγκεκριμένες διατάξεις για την ιεροτητα του νεκροταφείου και το σεβασμό στους νεκρούς βρίσκεται στα κεφ. Μεγγιλά 29 και Μοέδ Κατάν κεφ. 3. Το Σουλχάν Αρούχ είναι ένας κώδικας ιερού νόμου, ο οποίος γράφηκε το 1567 στη Θεσσαλονίκη από τον ραβίνο Ιωσήφ Κάρο. Η διάταξη για τα νεκροταφεία αναφέραται στο Γιορέ Ντέα αρθρ. 368.1. Βλ. Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σ. 7.
[36] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 59.
[37] Ό.π.
[38] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σ. 8.
[39] http://www.jmth.gr/web/thejews/pages/pages/necropGR.htm, όπως ανακτήθηκε στις 15/05/2011.
[40] Οι Χονατζήδες ήταν ειδικοί Εβραίοι ψάλτες. Η ονομασία τους προέρχεται από την οθωμανική λέξη «χον», η οποία σημαίνει «φωνάζω». Βλ. Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 63.
[41] Ό.π.
[42] Η λέξη ζιάρα είναι οθωμανικής προέλευσης και σημαινει «προσκύνημα» και ίσως να προέρχεται από την περσική λέξη «ζαρ» που σημαίνει θρήνος. Βλ. Σ. Σάλεμ, ό.π. Μία δική μου πρόταση σχετίζει την ετυμολογία της λέξης ζιάρα με την αραβική ζαγιάρα ( زيارة) που σημαίνει επίσκεψη.
[43] Η Ρος Ασάνα είναι η εβραϊκή πρωτοχρονιά.
[44] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 63.
[45] http://www.jmth.gr/web/thejews/pages/pages/necropGR.htm, όπως ανακτήθηκε στις 15/05/2011.
[46] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 65.
[47] Νομομαθής, ο οποίος είχε εκδώσει πολλές ραβινικές αποφάσεις, τις λεγόμενες ρεσπόνσας.
[48] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 65.
[49] Η γραφή ράσι είναι σεφαραδιτική επισεσυρμένη γραφή και χρησιμοποιήθηκε από τους σχολιαστές του Ταλμούδ. Έλαβε την ονομασία της από τον ραββίνο Shlomo Yitzhaki (1040-1105), γνωστός με το ακρώνυμο Rashi. Ο Rashi υπήρξε ο γνωστός για τα ερμηνευτικά του σχόλια στην Τορά και το Ταλμούδ. Βλ. J. R. Baskin, “Rashi”, Encyclopedia Judaica, vol. 17, 2nd ed. Keter Publishing House, New York 2007, σσ. 101-106.
[50] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σ. 9. Ευχαριστώ την φίλη και εκπαιδευτικό, Ιφιγένεια Βαστιάνου για την πολύτιμη βοήθειά της στην ελληνική μετάφραση του ισπανικού, ιταλικού και πορτογαλικού επιγράμματος.
[51] Ό.π., σσ. 9-10.
[52] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 66.
[53] Ό.π.
[54] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η περίπτωση της αποτύπωσης μαχαιριού πάνω στην ταφόπετρα, η οποία δήλωνε πως ο νεκρός είχε δολοφονηθεί. Βλ. Σ. Σάλεμ, ό.π., σ. 66.
[55] Γ. Νεχαμά, Ιστορία των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης, μετάφραση από τα γαλλικά: Τομέας Μετάφρασης του Τμήματος Γαλλικής του Α.Π.Θ., Βιβλίο Πρώτο, Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης - University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 343.
[56] Η ονομασία προέρχεται από ένα στίχο στο βιβλίο της Εξόδου 34, 6.
[57] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 66.
[58] Ό.π., σ. 67.
[59] Πιο αναλυτικά οι τίτλοι ιδιοκτησίας του εβραϊκού νεκροταφείου στο Σ. Σάλεμ, ό.π., σ. 67.
[60] Ό.π., σ. 68.
[61] Ό.π.
[62] Ο «Περί Γενικού Οικοδομικού Νόμου του Κράτους» (Π.Δ. 3/22 Απριλίου 1929).
[63] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις 6 (2001), σ. 68.
[64] Ό.π., σ. 69.
[65] Ό.π.
[66] Ό.π., σ. 70.
[67] Ό.π.
[68] Ό.π., σσ. 70-71.
[69] Ό.π., σσ. 71-72.
[70] ΦΕΚ 394/13.10.1937 τεύχος Α΄.
[71] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σσ. 14-15.
[72] Ό.π., σ. 15.
[73] M. Mazower, Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ. 502.
[74] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σ. 15.
[75] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σ. 15.
[76] Ό.π.
[77] M. Mazower, Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων. Χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σσ. 502-503.
[78] Σ. Σάλεμ, «Το παλιό εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης», Χρονικά, τ. ΚΕ΄, αρ. φ. 181, Σεπτ.-Οκτ. 2002, σ. 15.
[79] Ό.π.
[80] Για το ζήτημα της λήθης και της μνήμης σε σχέση με το εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης έχει γραφεί το πολύ σπουδαίο άρθρο των T. W. Laquer and C. Hesse, Bodies Visible and Invisible: The Erasure of the Jewish Cemetery in the Life of Modern Thessaloniki, DINI, 2005 (in Greek, with English forthcoming). Ευχαριστώ τον καθηγητή Laqueur και την καθηγήτρια Κ. Κίτση για την ευγενική και άμεση παραχώρηση του κειμένου.